1.Someone not of Italian background (short form: caker)
2.A "cake eater".
3.Someone who is not Italian attempting to speak or say Italian sentences or words either badly, with incorrect dialect, pronunciation, or using the incorrect word.
1.You are such a mangacake.
2.Man, Jim is such a caker.
3.Bon-ju-orno I am a Mangacake.
από HxCLi 21 Νοέμβριος 2007
Cake made out of manga books.
I ate the whole mangacake by myself. Naruto brand is my favorite!
από Shedd 23 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×