Top Definition
man-ya-ka
Originally derived from the word (Naik) means having sex.
Manyaka, however, means someone acting as a fool/ performing a foolish act.
Means in Arabic (fooling around)

other derivatives include:
Manyook = Fucked up/nasty/backstabber
Ali, stop this Maniaka !
από Abdulrahman Godus and Amr Dulaimi 11 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×