The act of being manly to build commaraderie. The form of male intimacy that seperates male and female relationships.
10 guys went out to the woods and had a mans weekend full of manraderie.

10 guys playing basketball is a form of manraderie.

Note: Manraderie can be used as a stand alone term.
από Eric Nilsson 26 Μάρτιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×