Mansel. The masculine version of a damsel.
"Oh noes, Jillian! Look up in that tower! It be a mansel in distress!"
από Annie Marie 11 Σεπτέμβριος 2006
The male equivalent of a damsel.
He's such a mansel in distress!
από cifer 26 Ιούλιος 2014
An incredibly kind, nice guy who will always listen and be there whenever he is need.
He is a great boyfriend who looks out for his girlfriend
omg Lucy's boyfriends is so a mansel, she is so lucky.
από Home Dog! 21 Αύγουστος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×