Top Definition
a man cashier, a man who works the till
Kody: "i bet that manshier's gay"

Glenn: "probly, look how he packs the till!"
από liquid_lintner 23 Ιανουάριος 2008
5 Words related to manshier

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×