Top Definition
a male secretary; one who performs secretarial duties and is male. pronounced MAN-tarry
Just call his mantary; he'll set an appointment for you.
από apparelbycheryl 22 Αύγουστος 2007
5 Words related to mantary

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.