Top Definition
someone who messes up numerous times throught the course of multiple nights.
someone who blows the bowl 2 times , spills ashes 2 times, gets told to run to walmart for ping pong balls and when he gets back he has bouncy balls that we dont even use.

i.e. - haha your such a marclipsy.
από A_BIG_GREEK 1 Ιούνιος 2006
7 Words related to marclipsy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.