Top Definition
To wed a partner with a social status well above one's own.
Senator Kerry knows how to marry up.
από Ken Marsh 21 Οκτώβριος 2005
An ambiguous term which is used to reference one useless piece of information to another equally useless piece of information.
“ Marry up this spread sheet with your tracker”
από Midmcnasty 20 Οκτώβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.