Top Definition
1) Japanese mushroom

2) Head and shaft of a penis (reference to the mushroom which bears a striking resemblance to male genitalia)
1) this matsutake is delicious.

2) ore no matsutake wo tebero (eat my dick!)
από Noah and Eisuke 20 Οκτώβριος 2007
6 Words related to matsutake

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×