Top Definition
A form of chiefing in which the person, who is passed out, receives a circular mayo squirt around their eye.
When the Fillipino baron awoke, he found that he fell asleep with his mayonaise monocle still on his face.
από Heinz 57 27 Αύγουστος 2003
2 Words related to mayonaise monocle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.