Top Definition
An incredibly inebriated person, surname usually beginning with Mc or Mac.
You were totally feckin mcmonkied last night, i found u rolling around gurning in the middle of the road trying to do the breast-stroke or something, while smoking an invisible cigarette and giving out to a lampost.
από ros2222 31 Μάιος 2007
5 Words related to mcmonkied

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.