Top Definition
noun. one who meanmugs. meanmug means to stare down or 'grill' someone. The etymology is mean+mug (meaning face). as in: to show someone a mean/angry face = to meanmug = to stare.
"He's just a bitch-ass meanmugger; he won't actually do shit. All bark no bite."
από Harrebscht 27 Ιανουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.