Top Definition
A small amount of money, preceded buy the actual amount.
Let's go out. Do you have enough for the club?

No, I've got 10 measly.
από chorme7 26 Ιανουάριος 2013
1 more definition
contemptibly small, meager, or slight
They paid me a measly fifteen dollars for a day's work.
από melher27 7 Φεβρουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×