Top Definition
1. Someone who gets involved in other people's affairs without warrant to do so.

2. One who is constantly interfering in other people's business.
My mother is such a meddler when it comes to people I date.
από Smithers2 19 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×