Top Definition
Someone who is sexually attracted to people in the medical profession.
Sally is a medophile, she only goes out with doctors.
από Sex Ed 16 Ιανουάριος 2007
1 more definition
a YOUNG adult (girl or guy) who is sexually attracted to an older person! very old like 70+
*old man walking by*

Sarah: oMg he's so cute!

Zainab: ur such a medophile !
από Sarah Ashk 25 Μάιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×