Top Definition
(noun) something that exudes fatherly characteristics or assumes large amounts of responsibility.
The cops were called to our party, but Tom turned into a mehalso and talked to the cops.
από mbp98898 13 Νοέμβριος 2007
5 Words related to mehalso

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.