Top Definition
A goddess.

Direct definition is fragrance.

Lights up a dim room

Has a smile that is infectious
Verb - she just meheked me I cant stop laughing !

Noun - I wish I was a mehek

από ronnie roy 6 Αύγουστος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×