Top Definition
a variation of the word might, generally used in a sarcastic way to show that you aren't going to do wahtever is going to be asked
"I mehight do my homework"
"I mehight not drink this weekend"
από summit 10 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.