Top Definition
The abilty that any given substance or object has to melt; Melting capacity and capability.
My frosty has slow meltation because of this styrofoam it's in.

"Eh dah sun speedin' up di meltation ah my ice cream."
από Lanique G. 24 Ιανουάριος 2007
5 Words related to meltation

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×