1) Another word for a man, but in an Pilgrim-esqe tone.
2) Folk music groups with all men. See brokeback.
1) "ladies, don't forget to put on panties. Otherwise, you'll excite the menfolk."
2) "This band used to be all about the music, but ever since they started to menfolk and get on TV, I've gotten over them." See hipster
από CarbonatedWater 6 Απρίλιος 2006

8 Words Related to menfolk

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×