A liar, especially a man. Used in Latino English and Spanglish, from Spanish.
"Get out papí I ain't gon make love to no mentiroso"
"Maricon te digo que no debes salir con él cuz he a mentiroso" (Bro I am telling you not to go out with him cuz he a -.)
"Mamí no te voy a engañar, crees que I'm a mentiroso or somethin?" (Girl, I'm not going to cheat on you, do you think I'm a liar or something?)
από Mark Williamson 15 Ιούνιος 2006
to be a liar
Pinche mentiroso! Fuckin liar!
από Un Chismoso 14 Νοέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×