Top Definition
To kill or beat someone within an inch of their life.

Also, to snuff or whipe someone/something out with one hit.
The kid with the pink skully got merced out.

He merced-out my sour patch kids because I was giving him the crook eye.
από crash 25 Φεβρουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×