Top Definition
To be merked to the extent of no return.
That was some serious merkification.
#merk #merked #ownage #owned #beaten
από jsctt 6 Οκτώβριος 2008
5 Words related to merkification
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×