an extension of the word "merked" or to "merk" someone. except in a cooler manner :)
"no blad you have been merkled!"
από jDOT! 21 Ιανουάριος 2009
Another word for being wasted on alcohol or drugs.
Fam I was merkled at that point.
από Judged_differently 13 Φεβρουάριος 2011
to impose efficient, teutonic, christian conservative political policies through a bicameral, federal legislature.
yo, he angela merkled it!
από pimasecede 3 Μάιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×