the act of shoving one's thumb up a friends asshole (above clothing), penitrating their integrity and self esteem.
Ben furiously merlked Alex in a fit of excitment one sunny autumn day. Alex giggled and squirmed but could not jump high enough to escape the wrath of Ben's wide thumb.
από patters 9 Ιανουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×