Top Definition
mer·lo·tion·al

adjective

1. pertaining to or involving emotion or the emotions; alcohol enduced, usually wine-merlot.
"Did you cry during The Bachelor last night?"
"Yes, I was SO merlotional."
"Girl, Merlot gets me every time!"
από Merlotional Marissa 27 Απρίλιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×