Top Definition
1. The act of interfering with something that is not yours, or
2. To alter, change, use, touch, examine or interact in any way with someone else's property or person.
Hey, stop messing with my stuff, man!
από Just_I 3 Αύγουστος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×