Top Definition
1. to do something wrong, make a mistake, or make a fool of yourself

2. to not be funny or interesting
"That girl is walking around like she's all that. She is messing up."
από loredaj 30 Μάρτιος 2010
6 Words related to messing up

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×