Top Definition
One who believes that he/she is a god, or the one true God.
Christianity sucks. To mock both Christians and atheists, I'm becoming a metheist.
από Dancing is Forbidden 2 Απρίλιος 2006
5 Words related to metheist

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.