Top Definition
1.) a hyperactive child

2.) someone that is extremely hyper

3.) someone who lacks control over their actions, verbal diarhea
Man your son is a real micklo, he cant sit still.

My roommate is a giant micklo, hes loud as shit and is constantly active.
από pal86 1 Οκτώβριος 2007
5 Words related to micklo

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.