A gay homosexual male.
"Did you see Mario last night? That mily was dressed so flamboyantly, he should just totally change his name to Mister Gay.!"
από Mister freshlington 25 Φεβρουάριος 2010
adj.
Polish word for "nice, pleasant..."
On jest bardzo mily.
He's very nice.
από ijytye 18 Οκτώβριος 2006
cup of noodles in vietnamese, or someone who is short. replacement word for short
that girl, is a mily, cus' she is under 5ft tall
από bobbyboxers 9 Σεπτέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×