Top Definition
a very depressive person or action ("making mimimi")
he's a real mimimi
stop making mimimi!
από tom level 17 Αύγουστος 2003
it's a form to refer to someone's tantrum in a belittle way (usually used when the subject involves a polemic theme, racism, machism)
machist on facebook: didnt got a job the interviewer was such a feminazi
comments: oh~ poor little thing, stop the mimimi :)

black person: racism DOES exist, it's affect people EVERYDAY
hater: mimimi :v
από shuoio 2 Φεβρουάριος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×