Top Definition
The act of browsing/searching mims to find drugs and study further about a certain drugs.
I am mimsing for my drug study.
από RxChris 9 Ιανουάριος 2010
4 Words related to mimsing

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×