Top Definition
noun

1.One who preys on little children, for various reasons

2. Verb: torture of ones perninium (gooch)
1. I don't know, that guy kinda looks like a miskin, I better keep lillte Drew inside.

2. Come on bitch, Miskin me!
από Rev. Nancy 14 Ιούλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×