Top Definition
Randomly wondering off, usually in the middle of a sentence.
I was talking to mark and he wondered off halfway through his sentence. jack - "ah mark had another moement."
από jacov1234 9 Ιανουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×