Top Definition
to be smacked on the cheek or forehead with a penis while giving a blow joy. Particularly done to a female, hence the name, molly.
I molly wapped that bitch good.

She needs to be molly wapped.

Man, i totally molly wapped you mom last night, and she liked it.
από wapperwoo 24 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.