Top Definition
When someone straight beats on another person, usually with alot of extreme force
He just was molly wopped with that bat
από sir molly wopper 14 Μάρτιος 2005
1 more definition
verb; To be smacked violently upside the head.
Fool, you just straight mollywopped me, negroid!
από Cole 13 Σεπτέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×