Top Definition
a left-handed person. Also mollydook.

Australian slang for a left-handed person.

molly: queer, odd
dook: hand, fist
"Ahh, I see you're a mollydooker!"

"Yes, one day the revolution will come, etc."
από Mr. Banana Socks 17 Φεβρουάριος 2005
1 more definition
6 Words related to mollydooker
A left hander
user of the left hand as a preference
The batsman was a molly dooker
από Lester J 19 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×