Top Definition
A word describing a varying quantity in every item it pertains to.
"I think you have a molme of CDs."
After checking: "Yeah, you have 52, sure enough."

"Looks like there is about a molme of people at this concert."
After checking: "Wow, 5082 people? That's about a molme and a half."
από ItalianChia 24 Απρίλιος 2007
6 Words related to molme

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.