Top Definition
(n.) – a nickel moving somewhere momentarily
I saw a momenickeltou in the street.
από Jerome G. 22 Σεπτέμβριος 2007
5 Words related to momenickeltou

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×