Top Definition
n. - someone who macks with his money - to get more money, women, power, cars etc.
Yoyo check out that Timothy Wong is such a moneymacker, with his bling bling and diamond rings, caviar chicken wings macking on girls named Lings.
από K-Tsizzle 13 Ιούλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×