Top Definition
(n.) A style of living by spending least money and especially, carrying only small amount of money.

(n.) One who uses only things those are functional and extremely necessary for his/her life. Never spend for luxury items.
I am a moneymalist.
από poramase 14 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.