Top Definition
1) a man with a short penis, and usually in a state of denial.
2) a chode.
1) Yo man, stop acting like a monke you fool.
2) Hey, that monke is gradually getting shorter.
από anonymous 5 Μάιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×