Top Definition
1. a morning newspaper.
2. sex in the mornings.
3. a person who gets active in the mornings.
1. Most papers are morningers.
2. I think a morninger is interesting due to morning wood.
3. Most people are morningers because they are fresh at the time.
από uttam maharjan 29 Αύγουστος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.