Top Definition
The act of being more worried: The combination of "more" and "worried"
Don't be worried about the world ending in 2012, be morried that the world will end in 2036, when that asteroid comes back around...
από Jimmy Harsh 31 Δεκέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×