Top Definition
An emotion or desire to do something.
She had the motive to murder her husband for the insurance money.
από AYB 27 Φεβρουάριος 2003
2 more definitions
Any reason to go out and get pissed
Oi Tyrone, you got a motive this Saturday?
από Sly Saville 24 Ιούλιος 2015
<see "zoloft" for an actual definition>
motive relies on zoloft to function correctly
από poO 4 Δεκέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×