Top Definition
Someone who mimics the actions of another, usually verbally. Origin in child's play where one child mimics another in real time, just to annoy. Can be used as an action verb, or as a noun for denotation.
I love the Tea Party, they are always mouthbotting each other, ha ... /sarc ...
#mimic #copy #plagarise #imitate #carbonite
από Guido1 3 Νοέμβριος 2013
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×