Top Definition
to mullet: 1) a haircut that slowly grows into a mullet 2) a haircut that has mullet-like tendencies
You need a haicut, you're starting to mullet.
Hurry! He's mulleting!
από vitl 3 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×