Top Definition
It's an inaction verb. To stand in such close proximity that the person is unable of function.
Brian couldn't work because I was mullicking him
#chicken tenders #curry #indian #mullicked #balls
από Bucky Felini 21 Φεβρουάριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×