Top Definition
(mull-MET) noun. a long hair style that hangs out of the back of a helmet.
the defensive linemen smashed into the offense line and got his finger tape caught in the center's mullmet, ripping out a huge hunk of hair.
από sammerofthegoods 6 Φεβρουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×